Όνομα Αλφαβητικά

# Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

# A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Επιλέξτε το όνομα

Νικολούδης Αλέξανδρος

Εκλεκτικιστής αρχιτέκτονας και ακαδημαϊκός, υπηρέτησε με το έργο του το βενιζελικό όραμα για αστικό εκσυγχρονισμό και συνέβαλε καθοριστικά στην οικιστική φυσιογνωμία της Αθήνας κατά το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, σε μια περίοδο μετάβασης από τον νεοκλασικισμό στον μοντερνισμό.

Perakis

Γεννήθηκε στη Λέρο το 1874 και πέθανε στην Αθήνα το 1944. Σε μικρή ηλικία, με την εγκατάσταση της εύπορης οικογένειάς του στην Αθήνα, είχε τη δυνατότητα να λάβει καλή μόρφωση. Σπούδασε αρχιτεκτονική στην École des Beaux-Arts στο Παρίσι, από όπου αποφοίτησε το 1905. Ο ακαδημαϊσμός και η αριστοκρατική προσέγγιση της Τέχνης, ίδιον της Σχολής Beaux-Arts, επηρέασαν καθοριστικά τη μετέπειτα επαγγελματική πορεία του. Πιστός οπαδός του γαλλικού νεομπαρόκ, εξάσκησε το επάγγελμα του αρχιτέκτονα στην Ελλάδα με σταθερή προσήλωση στα ευρωπαϊκά πρότυπα των σπουδών του, χωρίς να ενδώσει στις μεγάλες ανακατατάξεις που συνόδευσαν τη γέννηση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Το 1916 παντρεύτηκε τη Μαρία Φιξ.

Κατεξοχήν βενιζελικός, συνεργάστηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και στήριξε το κυβερνητικό όραμα για εκσυγχρονισμό, μεταφέροντας ευρωπαϊκά πρότυπα τόσο στον αστικό σχεδιασμό όσο και σε θεσμικά δημόσια κτήρια στην Αθήνα. Είτε ως ελεύθερος επαγγελματίας είτε ως σύμβουλος του κράτους, το έργο του συνδέθηκε στενά με την εξουσία, αποκτώντας πολιτική διάσταση. Μεταξύ 1912-1922, σε μια περίοδο κατά την οποία η ρύθμιση του αστικού χώρου συνδέθηκε άρρηκτα με την εθνική ανάπτυξη, ως μέλος της τεχνικής ελίτ, μηχανικών και αρχιτεκτόνων, εργάστηκε για την υλοποίηση των πολιτικών πρωτοβουλιών στην κατεύθυνση του αστικού εκσυγχρονισμού. Στον αντίποδα των Δημήτρη Πικιώνη (1887-1968) και Νικόλαου Μητσάκη (1899-1941), σύμφωνα με τον Δημήτρη Φιλιππίδη, ο Αλ. Νικολούδης αντιπροσώπευε «τη βενιζελική αντίληψη για απευθείας εισαγόμενο εκσυγχρονισμό», μακριά από ελληνοκεντρικές τάσεις. Ωστόσο, ούτε ο ίδιος ούτε ο Βενιζέλος φαίνεται να είχαν συνειδητοποιήσει την απόσταση που χώριζε την Αθήνα από τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, ώστε από το 1910 έως και το 1930 κινούνταν μεταξύ οράματος και ρεαλισμού.

Ενδεικτικό έργο των βενιζελικών προθέσεων πολεοδομικής παρέμβασης στην πρωτεύουσα, και όχι μόνον, ήταν το Δικαστικό Μέγαρο. Πέρα από τη λειτουργικότητα του κτηρίου που θα στέγαζε τη «Δικαιοσύνη», από συστάσεως του ελληνικού κράτους ο συμβολισμός του ήταν ισχυρός και αντανακλούσε πολιτικές σκοπιμότητες. Στη διάρκεια των κυβερνήσεων του Ελ. Βενιζέλου, το κτήριο αποτέλεσε «σύμβολο του βενιζελικού οράματος για το Κράτος Δικαίου», και οι προτάσεις των ετών 1910 και 1930 για το αρχιτεκτονικό του σχέδιο αποτυπώνουν τις μεταβολές του αστικού συμβολισμού της έννοιας αυτής. Και οι δύο απόπειρες υλοποίησης του έργου συνδέονται με τον Αλ. Νικολούδη, αναδεικνύοντας τη σχέση αρχιτεκτονικής, εξουσίας και πολιτικής. Στην πρώτη, η κοινή συμμετοχή Νικολούδη-P.L. Guidetti στον διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του 1910 απέσπασε το πρώτο βραβείο. Οι αρχιτεκτονικές επιλογές αποσκοπούσαν, τότε, στην ένταξη του κτηρίου στον αστικό ιστό της πρωτεύουσας. Η κλίμακα του οικοδομήματος και η απόδοση του δημόσιου χαρακτήρα του με διακριτικό τρόπο -μάλιστα, σε μια περιοχή απόκεντρη, για την εποχή, στη συμβολή των οδών Κηφισίας και Ρηγίλλης-, συνάδουν με τις πολιτικές επιλογές της πρώτης κυβέρνησης του Βενιζέλου στα θέματα Δικαίου, όπως εκφράστηκε ως «υποταγή της κρατικής εξουσίας στο Δίκαιο». Είκοσι χρόνια μετά (1929), η απευθείας ανάθεση της μελέτης από τον Βενιζέλο στον Νικολούδη και το νέο σχέδιο του Μεγάρου, αντανακλούν μια διαφορετική αντίληψη για το Κράτος Δικαίου, «μέσα από τον έλεγχο των λαϊκών μαζών από την εξουσία, την υποταγή του νόμου στη διοίκηση και τελικά την υποταγή του Δικαίου στην κρατική εξουσία». Η επιλογή άλλου χώρου, στη θέση Μακρυγιάννη και δίπλα στον βράχο της Ακρόπολης, είχε εμφανώς έντονο συμβολισμό, και ακόμη περισσότερο το πομπώδες του οικοδομήματος και ο επιβλητικός όγκος έκτασης 16.000τμ. Η έκταση του κτηρίου, οι επιβλητικές όψεις, το απρόσιτο εσωτερικό του και ο γιγαντιαίος τρούλος, αποτελούν δηλωτικά στοιχεία των κυβερνητικών προθέσεων για ριζικό θεσμικό εκσυγχρονισμό, στην κατεύθυνση της νομιμοποιητικής λειτουργίας του Κράτους Δικαίου. Επιπλέον, η οικονομική κάλυψη για την κατασκευή του κτηριακού συγκροτήματος αποδείκνυε δημοσιονομική ισχύ. Οι αντιδράσεις για το νεομπαρόκ κτήριο, ύψους περίπου 66 μέτρων, ήταν τόσο έντονες, ώστε προκάλεσαν τη ματαίωση υλοποίησής του.

Στο πεδίο της της πολεοδομίας, αντιπροσωπευτικό δείγμα της εκλεκτικιστικής αντίληψης του Αλ. Νικολούδη για τη χωροθέτηση και τον σχεδιασμό της πόλης αποτελεί η περιοχή του Ψυχικού. Το 1923, ο σχεδιασμός του «αριστοκρατικού» προαστίου, κοντά στο κέντρο της Αθήνας αλλά μακριά από τις προσφυγικές εγκαταστάσεις, αποτελούσε την ελληνική εκδοχή της βρετανικής κηπούπολης, πρότυπο που κυριαρχούσε στην Ευρώπη από το 1910. Άλλες παρεμβάσεις του ήταν η διαμόρφωση του «Κήπου των Ηρώων» στο Μεσολόγγι, ο χαρακτηρισμός του Πεδίου του Άρεως ως χώρου πρασίνου, η διαμόρφωση της πλατείας Συντάγματος. Γνωμοδοτήσεις του αφορούσαν, επίσης, το ύψος των κτηρίων της πόλης, «για λόγους αισθητικής και υγιεινής», που εφαρμόστηκαν μέχρι την αλλαγή του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ΓΟΚ), το 1985.

Στην ίδια κατεύθυνση, σχεδίασε πολλά κτήρια και κατοικίες για ιδιώτες, εκφράζοντας τις απαιτήσεις της ανερχόμενης αστικής τάξης στην Ελλάδα. Φοιτητής, ακόμα, σχεδίασε το κτήριο Νικολούδη στην οδό Πανεπιστημίου, που μεταγενέστερα, με την απόκτηση άλλων δύο οικοπέδων στην οδό Σταδίου, δημιούργησε τη γνωστή «στοά Νικολούδη», που πήρε την τελική μορφή της το 1936. Πρόκειται για ένα εμβληματικό έργο, που διασώθηκε από τις αθρόες κατεδαφίσεις της δεκαετίας του ’60. Σε δικό του σχέδιο (1901) κατασκευάστηκε, επίσης, το βάθρο του έφιππου ανδριάντα του Θ. Κολοκοτρώνη στην Αθήνα. Στα κτήρια-ορόσημα της πρωτεύουσας -πολλά από τα οποία κατεδαφίστηκαν μεταγενέστερα στο πλαίσιο της αντιπαροχής- συγκαταλέγονται, ο κινηματογράφος Αττικόν, η Φοιτητική Εστία (Ιπποκράτους και Ακαδημίας), η Λέσχη Αξιωματικών (βασ. Σοφίας και Ρηγίλλης), αλλά και κατοικίες και επαύλεις, όπως των Δ. Διαμαντίδη, Ανδρέα Μιχαλακόπουλου, τα Μέγαρα Λιβιεράτου (Πατησίων και Ηπείρου), Καραπάνου (Ηροδότου και Αλωπεκής), Βατή (Πειραιάς) κ.ά. Σχεδίασε, επίσης, τις εγκαταστάσεις του Ιππόδρομου στο Φάληρο.

Σύμφωνα με την Αμαλία Κωτσάκη, ο Αλ. Νικολούδης ήταν ταγμένος στην ενίσχυση των κρατικών θεσμών και του κεφαλαίου. Τη φυσιογνωμία του ολοκληρώνει και η ιδιότητα του ακαδημαϊκού, καθώς υπήρξε συνιδρυτής και πρώτος καθηγητής της Σχολής Αρχιτεκτόνων στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Πολλές βραβευμένες μελέτες του για δημόσια κτήρια δεν υλοποιήθηκαν, εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας και των οικονομικών δυσχερειών του κράτους, ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπέστησαν μεγάλες περικοπές. Από το 1923 και μετά, άλλωστε, το μείζον ζήτημα της στέγασης των προσφύγων αλλοίωσε -αν όχι ακύρωσε- το καινοτόμο πολεοδομικό μοντέλο της προηγούμενης δεκαετίας, το οποίο οργανωτικά και ιδεολογικά εκπροσώπησε. Γενικότερα, το έργο του διαπνέεται από κοσμοπολιτισμό, και έτυχε πολλών διακρίσεων σε πανελλήνιους και διεθνείς αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς. Ως προσωπικότητα, τιμήθηκε με το παράσημο των αξιωματικών της Γαλλικής Ακαδημίας και τον Αργυρό Σταυρό του Σωτήρος και του Ταξιάρχη του Παναγίου Τάφου από τη γαλλική κυβέρνηση.

 

ΠΗΓΕΣ

  • Αμαλία Κωτσάκη, Αλέξανδρος Νικολούδης, 1874-1944. Αρχιτεκτονικά οράματα και πολιτικές χειρονομίες, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2007.
  • Αμαλία Κωτσάκη, Η στέγαση της Δικαιοσύνης – Αθήνα 1934-2014. Πόλη-πολιτική-αρχιτεκτονική, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016, σ. 65-101.
  • Δημήτρης Φιλιππίδης, «Εκσυγχρονισμός στην αρχιτεκτονική και πολεοδομία του Μεσοπολέμου», στο Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, επιμ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος-Χρήστος Χ. Χατζηιωσήφ, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988, σ. 141-147.
  • Βίλμα Χαστάογλου, «Η ανάδυση της νεοελληνικής πόλης: η σύλληψη της μοντέρνας πόλης και ο εκσυγχρονισμός του αστικού χώρου», στο Βενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, επιμ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος-Χρήστος Χ. Χατζηιωσήφ, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988, σ. 93-112.
  • Ιστ. Στοά Νικολούδη, προσβάσιμο στο https://stoanikoloudi.gr/?page_id=2 (ανάκτηση: 30/11/2020).

 

Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο Αμαλία Κωτσάκη, Αλέξανδρος Νικολούδης, 1874-1944. Αρχιτεκτονικά οράματα και πολιτικές χειρονομίες, εκδ. Ποταμός, Αθήνα 2007.

 

 

 

 

 

Περισσότερα σε αυτή την κατηγορία: « Πέτροβα Μαργαρίτα Περάκης Δημήτριος (Μήτσος) »