Όνομα Αλφαβητικά

# Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

# A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z

Επιλέξτε το όνομα

Δούκας Νεόφυτος

Κληρικός και λόγιος, με πλούσιο συγγραφικό έργο πάνω στην αρχαία ελληνική γραμματεία, δίδαξε σε σχολές της Βιέννης και του Βουκουρεστίου. Συντηρητικών απόψεων, τοποθετήθηκε υπέρ του αρχαϊσμού στο γλωσσικό ζήτημα και εναντίον του αυτοκέφαλου της Ελληνικής Εκκλησίας. Υπήρξε έφορος του Ορφανοτροφείου της Αίγινας επί Καποδίστρια και ανέλαβε πρώτος διευθυντής της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής χωρίς ωστόσο να προλάβει να ασκήσει τα καθήκοντά του.

Ο κληρικός και διδάσκαλος του Γένους Νεόφυτος Δούκας (κοσμικό όνομα Νικόλαος) γεννήθηκε το 1760 στην επαρχία Άνω Σουδενά Ζαγορίου. Από πολύ νεαρή ηλικία (12 ετών) συνέδεσε τον βίο του με τον μοναχισμό, δεδομένου ότι έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του εξαναγκάστηκε να τον αφιερώσει στο μοναστήρι της Ευαγγελίστριας. Λίγα χρόνια αργότερα, στα 18 του χρόνια, με το ιερατικό όνομα Νεόφυτος πλέον, χειροτονήθηκε ιερέας από τον Επίσκοπο Ιωαννίνων Παΐσιο (1776-1780). Στα 1780 μετέβη στα Ιωάννινα, πνευματικό και οικονομικό κέντρο της περιόδου προκειμένου να λάβει εγκύκλια μόρφωση. Η έλλειψη των αναγκαίων οικονομικών πόρων τον εξανάγκασαν σε διάστημα έξι μηνών να εγκαταλείψει την πόλη και να επιστρέψει στο μοναστήρι. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες, λίγο καιρό αργότερα μετέβη και εγκαταστάθηκε στο Μέτσοβο όπου επί τετραετία φοίτησε στο σχολείο της περιοχής βιοποριζόμενος κυρίως ως εφημέριος.
 
Μετά το πέρας της φοίτησής του στο Μέτσοβο, αναχώρησε για το Βουκουρέστι όπου πλάι στον συμπατριώτη του ελληνιστή σχολάρχη και λόγιο του Γένους Λάμπρο Φωτιάδη (1750-1805) με μεγάλη ζέση και φιλομάθεια εμβάθυνε στην ελληνική γραμματεία. Κατά την μακρά παραμονή του στην πόλη (περίπου 17 έτη) δραστηριοποιήθηκε έντονα υπέρ της μόρφωσης των ομογενών του, παραδίδοντας μαθήματα παράλληλα με τα ιερατικά του καθήκοντα στο μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων. Το 1803 προσκλήθηκε από την ελληνική κοινότητα Βιέννης να αναλάβει εφημέριος ορθόδοξου ναού της πόλης, πρόσκληση που ο Δούκας αποδέχθηκε. Στην αυστριακή πρωτεύουσα διέμεινε για περίπου 12 χρόνια αναπτύσσοντας πολυσχιδή συγγραφική, διδακτική και εκκλησιαστική δραστηριότητα. Στην Βιέννη συνέγραψε και εξέδωσε το μεγαλύτερο μέρος του έργου του με κεντρική θεματική την αρχαία ελληνική γραμματεία. Το 1815 επέστρεψε στο Βουκουρέστι κατόπιν πρόσκλησης της ελληνικής κοινότητας για να αναλάβει την διεύθυνση της «Αυθεντικής Ελληνικής Ακαδημίας». Η θητεία του σύμφωνα με τις πηγές υπήρξε επιτυχημένη δίνοντας στην Σχολή μεγάλη φήμη και κύρος, ενώ επί διευθύνσεώς του οι σπουδαστές από 60 αυξήθηκαν σε 400. Στα 1818 ο Δούκας ενώ κατευθυνόταν στην εκκλησία δέχθηκε δολοφονική επίθεση από σπουδαστή της σχολής για αδιευκρίνιστους λόγους. Σύμφωνα με κάποιες παλαιότερες βιβλιογραφικές πηγές η απόπειρα δολοφονίας οφείλονταν στις απόψεις του Δούκα σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα και τη θέση του υπέρ του αρχαϊσμού. Το γεγονός, οδήγησε στην παραίτησή του από την σχολή και την ιδιώτευσή του στο Βουκουρέστι. Εκεί, στις 25 Ιουλίου 1819, μυήθηκε μέλος της Φιλικής Εταιρείας από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, αναπτύσσοντας έκτοτε έντονη δράση ως Απόστολος της Εταιρείας στην περιοχή της Τρανσυλβανίας. Η έκρηξη της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες οδήγησαν τον Δούκα σε φυγή προς το Μπρασόβ της Τρανσυλβανίας, ενώ στο Βουκουρέστι επέστρεψε το 1826.

Η ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους θα τον φέρει στην ελληνική επικράτεια ως έφορο και άμισθο διδάσκαλο του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Στο ελληνικό κράτος ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα υπέρ της παιδείας των Ελλήνων μαθητών και σπουδαστών, συγγράφοντας και διανέμοντας χιλιάδες αντίτυπα των έργων του γύρω από την ελληνική γραμματεία. Στα κρίσιμα εκκλησιαστικά ζητήματα του νεοσύστατου κράτους, ο Νεόφυτος Δούκας τάχθηκε κατά του Αυτοκέφαλου της Ελλαδικής Εκκλησίας και του Καταστατικού Χάρτη του 1833, συγκρουόμενος τόσο με την Αντιβασιλεία όσο και με τον Θεόκλητο Φαρμακίδη (1784-1860) βασικό σύμβουλό της σε εκκλησιαστικά θέματα. Το 1837 αρνήθηκε τον διορισμό του ως καθηγητή στο νεοσύστατο τότε Πανεπιστήμιο Αθηνών (Οθώνειο) λόγω προχωρημένης ηλικίας. Το 1844 κατόπιν πρόσκλησης του τότε πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη έγινε μέλος της «Επιθεωρητικής Επιτροπής επί των Εκκλησιαστικών Νομοσχεδίων», ενώ την ίδια περίπου περίοδο εργάστηκε με τον Γεώργιο Γεννάδιο υπέρ της ίδρυσης της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής και ανέλαβε τα καθήκοντα του πρώτου διευθυντή της, χωρίς ωστόσο να τα ασκήσει εφόσον λίγο καιρό αργότερα, την 1η Ιανουαρίου 1846 απεβίωσε. Αμέσως μετά τον θάνατό του, η Βουλή με ψήφισμά της ανακήρυξε τον Νεόφυτο Δούκα ευεργέτη της Ελλάδας.  

 

 

ΠΗΓΕΣ

  • Στέφανος Παπαγεωργίου, λήμμα «Δούκας Νεόφυτος», 1821 Lexicon, Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) – Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, προσβάσιμο στο https://keni.panteion.gr/images/doukas_neofytos.pdf.pdf (ημερομηνία επίσκεψης 15/06/2020)
  • Λήμμα «Δούκας Νεόφυτος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τομ. Θ΄, Πυρσός 1929, σελ. 509.