Ο Γρηγόριος Ε’ (Γεώργιος Αγγελόπουλος) γεννήθηκε στη Δημητσάνα της Αρκαδίας το 1745 και θανατώθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 10 Απριλίου 1821. Διατέλεσε για τρεις θητείες Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.
Γεννήθηκε το 1745 στην Δημητσάνα με το κοσμικό όνομα Γεώργιος Αγγελόπουλος και ήταν γιος του Ιωάννη και της Ασημίνας, το γένος Παναγιωτοπούλου. Στα παιδικά του χρόνια ακολούθησε την ποιμενική ζωή της οικογένειας αλλά αργότερα φοίτησε στην Σχολή της Δημητσάνας με δάσκαλό του τον Αθανάσιο Μπουσιόπουλο. Μετέβη στα 1765 περίπου στην Αθήνα, για συνέχιση των σπουδών του όπου μαθήτευσε δίπλα στον Δημήτριο Βόδα. Κατόπιν φοίτησε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης (περ. 1767-1772) και στην Πάτμο (Πατμιάδα Εκκλησιαστική Σχολή) με δάσκαλο τον Δανιήλ Κεραμέα. Στην Σμύρνη, λόγω και της επαφής του με την θεολογική γραμματεία, ενισχύθηκε το θρησκευτικό του αίσθημα οδηγώντας τον να ασπαστεί το μοναχικό σχήμα. Σύμφωνα με κάποιες πηγές εκάρη μοναχός στην Μονή Αγίου Διονυσίου στις Στροφάδες Νήσους (πλησίον Ζακύνθου) λαμβάνοντας το ιερατικό όνομα Γρηγόριος. Η επάνοδός του στην Σμύρνη σηματοδότησε την πλήρη είσοδό του στον ιερατικό βίο μετά την χειροτόνησή του σε διάκονο από τον Μητροπολίτη Σμύρνης Προκόπιο. Η άνοδος του Γρηγορίου Ε΄ στην εκκλησιαστική ιεραρχία υπήρξε γρήγορη, κι έτσι αφού διετέλεσε επίσκοπος Σμύρνης, το 1797 ανήλθε για πρώτη φορά στον πατριαρχικό θρόνο (1797-1798). Μεταξύ των ετών 1806-1808 και αφού είχε περάσει αρκετό διάστημα ως εξόριστος στο Άγιο Όρος, επανήλθε στο αξίωμα του Οικουμενικού Πατριάρχη εκμεταλλευόμενος την κοινωνικο-πολιτική συγκυρία, τις σχέσεις εξουσίας και τα δίκτυα φατριών του Φαναρίου που επέτρεπαν την επαναλαμβανόμενη άνοδο στον πατριαρχικό θρόνο. Για δεύτερη φορά απομακρύνθηκε από τον πατριαρχικό θρόνο και αποσύρθηκε στο Άγιο Όρος όπου και διέμεινε για περίπου μία δεκαετία. Εκεί ήρθε σε επαφή με τον Φιλικό Ιωάννη Φαρμάκη ο οποίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον μυήσει στην Φιλική Εταιρεία αφού προηγουμένως του είχε αποκαλύψει το επαναστατικό σχέδιο. Ο Γρηγόριος Ε΄ αρνήθηκε την μύησή του με την αιτιολογία ότι η γνωστοποίησή της θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τους ορθόδοξους πληθυσμούς αλλά και την ίδια την ευόδωση του μυστικού επαναστατικού σχεδίου. Συνολικότερα η στάση του Γρηγορίου Ε’ ως πατριάρχη υπήρξε αντίθετη με τα επαναστατικά σχέδια, όπως και εχθρική στις διαφωτιστικές ιδέες. Ο ίδιος είχε καταδικάσει τον «Θούριο» του Ρήγα Φεραίου και είχε εκδώσει εγκύκλιο εναντίον των Ρώσων με στόχο την αποτροπή των ορθοδόξων της αυτοκρατορίας από φιλορωσικά κινήματα. Η τρίτη και πιο γνωστή θητεία του Γρηγορίου Ε΄ στον θρόνο του Οικουμενικού Πατριάρχη ξεκίνησε στα τέλη του 1818, οπότε και διαδέχθηκε τον Πατριάρχη Καλλίνικο ΣΤ΄ και έληξε το 1821 μετά τον απαγχονισμό και την δημόσια διαπόμπευση της σορού του στις 10 Απριλίου 1821, ημέρα του ορθόδοξου Πάσχα. Το ξέσπασμα της Επανάστασης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες κατά τον Φεβρουάριο 1821 είχε φέρει την ηγεσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε δυσμενέστατη θέση στις σχέσεις του με την Υψηλή Πύλη. Ο Γρηγόριος Ε΄ και η Ιερά Σύνοδος δημοσίευσαν κείμενο αφορισμού της Επανάστασης και του επικεφαλής της Αλέξανδρου Υψηλάντη, παρά ταύτα όμως με σουλτανικό φιρμάνι παύθηκε από τα καθήκοντά του ως «αγνώμων και άπιστος» προς την Υψηλή Πύλη, και μαζί με άλλους ιερείς συνελήφθη, βασανίστηκε και τελικώς απαγχονίσθηκε. Το νεκρό σώμα του πετάχτηκε στην θάλασσα, απ’ όπου περισυλλέχθηκε από τον πλοίαρχο Νικόλαο Παπαδόπουλο-Σκλάβο λίγες μέρες αργότερα (16 Απριλίου). Η στάση του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ απέναντι στην Επανάσταση, ο ρόλος του ως Πατριάρχη και οι σχέσεις του με την Υψηλή Πύλη γονιμοποίησαν πολλαπλές και συχνά αντικρουόμενες ιστοριογραφικές απόψεις και ερμηνείες, ενώ η προσωπικότητά του και ο μαρτυρικός θάνατός του πυροδότησαν στην διάρκεια των επόμενων αιώνων την λαϊκή παράδοση και δημιουργία, την δημόσια μνήμη και την εθνική ιστοριογραφία η οποία απέδωσε μια ξεχωριστά συμβολική θέση στον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄. Το 1871 η ανακομιδή των λειψάνων του από την Οδησσό όπου είχε ταφεί και η ενσφράγισή τους σε λάρνακα στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών, καθώς και η ανέγερση του ανδριάντα του στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών, δίπλα από εκείνον του Ρήγα Φεραίου επισφράγισε την συμβολική του θέση στην συλλογική μνήμη. Ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης με αφορμή την ανέγερση του μνημείου συνέγραψε και κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα απήγγειλε δημόσια το ποίημα «Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε΄» (1872) γνωστότερο για τους εναρκτήριους και καταληκτήριους στίχους του «Πώς μας θωρείς ακίνητος; πού τρέχει ο λογισμός σου…» και «μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!» αντιστοίχως. Στις 8 Απριλίου 1921 έγινε η αγιοκατάταξη του Γρηγορίου Ε΄ από την Εκκλησία της Ελλάδος.
ΠΗΓΕΣ
- Στέφανος Παπαγεωργίου, λήμμα «Γρηγόριος Ε΄», 1821 Lexicon, Κέντρο Έρευνας Νεότερης Ιστορίας (ΚΕΝΙ) – Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, προσβάσιμο στο https://drive.google.com/file/d/0B4dqYlrQi2zhMVNqWlRKNFBrQ2pjbjR2aUhBazBCY1NyMmxZ/view
- «Έναρξη της επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Συλλογικό έργο, τ. ΙΒ’, Η Ελληνική Επανάσταση, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 32, 34, 130-135.
- Λήμμα «Γρηγόριος Ε΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Η΄, Πυρσός 1929, σελ.722-725.
- Τάκη Κανδηλώρου, Γρηγόριος Ε΄, έκδοση β΄, Βιβλιοθήκη Κανδηλώρου, Αθήνα 1921.
